Βασικό Λεξιλόγιο

Όρος

Ορισμός

Γονιδίωμα

Το πλήρες σύνολο του γενετικού υλικού (DNA) σε έναν οργανισμό.

Γονίδιο

Μια αλληλουχία DNA που περιέχει οδηγίες για την παραγωγή ενός λειτουργικού προϊόντος, συνήθως μιας πρωτεΐνης.

Μη κωδικοποιητικό RNA

Μόρια RNA που δεν κωδικοποιούν πρωτεΐνες αλλά έχουν ρυθμιστικές λειτουργίες.

Προαγωγέας

Μια αλληλουχία DNA όπου ξεκινά η μεταγραφή ενός γονιδίου.